θηλυπρεπώς

формы словаβ
θηλυπρεπώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово θηλυπρεπώς? —


έντρομοςεπισυναλλαγμοτικήελέγχωεξανεμίζωοικοδομητικόςυδροποσίαπραγματισμόςπεντομερίαωορρηξίαψυχολογούμαιοδοιπορικάφωταγωγόςπειραχτικόςσκουτίαλαφάκιμίγδηνπροπονητήςαβοκαντόσουπααστεροσκόποςαλετρόπιασμαονειρόπλαστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit