πισινούλης

формы словаβ
πισινούλης



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πισινούλης? —


ισραηλιτικόςνοούμενούπεροςδιασκεπτήριομνέσκωαλλέγροςρεμβαστήςστέγασησχίσιμοαποστέρησηευδίαγελέκοναρκοβόλονπιεζοηλεκτρισμόςμακριάταπετσαρίαγνώριμοςμεθεπόμενοςγαργαλεύωεπέρσιαμυγδαλένιος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit