Новогреческий словарь




ξεγίνομαι

ξεγίνομαι
:
          ό, τι έγινε δέν ~εται — [phrase]что было, то было(__,__) что прошло, того уж не вернёшь[/phrase]


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как с (ново)греческого переводится слово ξεγίνομαι? —


#(ново)греческий словарьμονοκύλινδροςπαρμένοςΔεκέβριοςανθυγιεινόςαβιογένεσηγραφειοκράτισσααφίεμαιμυρμηγκικόςσυγκαταλέγομαιατσίμπητοςαργοκουνώακατακράτητοςαυτοπειθαρχούμαιύφαλαδιορθωτικόςπαράγκαπρομήνυμααλαλάζωαφιλοσόφητοςαναπαριστάνωανημέρωτος


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







латышский словарь, литовский словарь, шведско-русский словарь,