Новогреческий словарь
μαέστρος
μαέστρ|ος
ο 1)
маэстро
(о дирижёре, композиторе);
2)
мастер своего дела
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
маэстро
? —
μαέστρος
как на
(ново)греческом
будет слово
мастер своего дела
? —
μαέστρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαέστρος
? — маэстро, мастер своего дела
#
(ново)греческий словарь
—
αγουροφάγος
—
ευμορφαίνω
—
ανθενωτικός
—
αγοήτευτος
—
διόραμα
—
ευζωνικός
—
χρεμέτισμα
—
παραλόγιασμα
—
ιπποτικός
—
επιφανειακός
—
γουστάρισμα
—
ανεγοριά
—
προσωπικά
—
δημευτής
—
χηνοβοσκός
—
μεταμελούμαι
—
ακόλλητος
—
αντευεργετώ
—
πεντασθενής
—
επιπλαρισμένος
—
ατσαλοσύνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,