διαξιφισμός

формы словаβ
διαξιφισμός
ο 1) фехтование;
2) полемика



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово фехтование? — διαξιφισμός
как на (ново)греческом будет слово полемика? — διαξιφισμός
как с (ново)греческого переводится слово διαξιφισμός? — фехтование, полемика


δινητόςπυροβολισμόςελεφαντιώγιομάτοςβιβλιοθηκάριοςξεμπαλλάρωχρεοφειλέτηςεκχύλισηκοπελλούδαχιλιαναθεματισμένοςξύστρονλειότητανομαρχιακόςυποβολήροδοκόκκινοςκωλαρίνοςαντίρρευμααποξενώνωστομαχοδυνίαβενζιναντλίαστραταρχικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit