οινοπωλείον

формы словаβ
οινοπωλείον



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οινοπωλείον? —


καρδερίναξυλουργώγαγκάβαγαριδάκισαλιάρηςκαλογεροπαίδιερμιάξανάφτωγένναμαρμαρουργείοδανειολήπτηςκυμβαλιστήςεύτορνοςΒερολινέζοςγρανίτηςΤολοτρίγυρααμίαντοαεροκοπανιστήςγνεθολογώφτιάση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit