Новогреческий словарь
ασυμβίωτος
ασυμβίωτ|ος
неуживчивый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неуживчивый
? —
ασυμβίωτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασυμβίωτος
? — неуживчивый
#
(ново)греческий словарь
—
παλιωμένος
—
ομοιοπαθητική
—
δασύνω
—
ξελησμονάω
—
ξεμεσημεριάζω
—
αποχωρώ
—
ζωούλα
—
νυχάτος
—
ψυχοτεχνική
—
δεντροκομία
—
επιδερμικός
—
αλεπόγουνα
—
δέων
—
ενάπτω
—
επιχειρηματίας
—
κατοβλητικός
—
άρνηση
—
σουβαντζής
—
σαυρίτσα
—
καταπείθομαι
—
κόντημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,