Новогреческий словарь
αναβίβαστρον
αναβίβαστρον
το тех.
домкрат
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
домкрат
? —
αναβίβαστρον
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναβίβαστρον
? — домкрат
#
(ново)греческий словарь
—
διατάραξη
—
λαδορίγανη
—
χατζής
—
εθιμοτυπικά
—
βιβλιεμπόριο
—
έκκαυμα
—
αμνησίκακος
—
διάξυσμα
—
παραλογισμός
—
θετικότητα
—
καραβοκύρης
—
ακτινοβόληση
—
φυγοπονία
—
μεταφορικός
—
πανώριος
—
ολοκληρωτικότητα
—
μαγαγκόνι
—
γλυμίζω
—
κουντρίζω
—
γλυκοτηράζω
—
ασφένδαμνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,