κονσόρτσιουμ

формы словаβ
κονσόρτσιουμ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κονσόρτσιουμ? —


αποχινοπώρουπεριλαβαίνωζωϊκότηταπαραβλέπωσυνοστεούμαισυντακτικόυποπλέωτριβείοκαλιγώνωαβόσκητοςαντιπαραβολήμαξιλλαρώνωΖωήισοπέδωμαδώδυσκολοδούλευτοςσπερμολόγοςκελάρηςφυγάδευσηπροκοίλιμικροφαράδιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit