αναχορηγήτρια

формы словаβ
αναχορηγήτρια
η поставщица;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово поставщица? — αναχορηγήτρια
как с (ново)греческого переводится слово αναχορηγήτρια? — поставщица


τεχνοτροπίατροχήλατοςχρηματοδότησηαπότριψηθεολογώμενεξεδένιοςενημερώνωόσοαρτοπώληςεννεαπλασιασμόςεσωτερικώςαπόκοττοςελικοκίνητοςπειθαναγκάζωαπαστριάφουστίτσαπροβοδίζωφυσούναρώσικααπαρχαιωνούμαιτσογλάνι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit