περήφαν|ος

формы словаβ
περήφαν|ος
гордый;
          είμαι ~ — гордиться;

===
          είμαι ~ στ' αυτιά или έχω ~ο αυτί — плохо слышать; быть глухим



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово гордый? — περήφανος
как с (ново)греческого переводится слово περήφανος? — гордый


γένειοτιάρααρνίκησπαρακτικόςπερικόπτωολπίζωμεταμορφωτικόςγκιζεράωσαλπίζωημιόριοιατρικόςταυρομαχώυστερόχρονοςυπνοφαντασίααποδείπνιυπερεγώμαίνηφαναρτζίδικοσυνταχτικότρίμορφοςπιστάκιον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit