Новогреческий словарь
αμφίεδρος
αμφίεδρ|ος
гранёный
;
~οι αδάμαντες — бриллианты
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гранёный
? —
αμφίεδρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμφίεδρος
? — гранёный
#
(ново)греческий словарь
—
εκχλόωση
—
ετερομορφία
—
αληθοφορία
—
υπερμέτρωψ
—
μιλλι-αμπέρ
—
προδρομικός
—
αποικώ
—
συνταράζω
—
λουμίνι
—
σιγουράρω
—
καλλικέλαδος
—
υδρίτης
—
εκφύλλισμός
—
αναγυρίζω
—
ηλεκτρόδιο
—
ανακολπώνω
—
χούφτιασμα
—
περιετμήθην
—
κορομηλιά
—
αδερφικάτα
—
αναγνωρίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,