χορωδιακός

формы словаβ
χορωδιακός
хоровой;
          ~ όμιλος — хоровой кружок



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово хоровой? — χορωδιακός
как с (ново)греческого переводится слово χορωδιακός? — хоровой


διαρρίπισμασυγκεκριμενοποιούμαιπροσφιλήςλαθούριελληνιστίαργούτσικαγρανάζιπολλαπλασιαστέοςμαγεύτριααναψυκτικόΙκάρων Σχολήσυμπότηςχαλιναγώγησηδαιδαλώδηςαπαρέσκειακαμπυλογράφοςκερώνωαγγλοφοβίαμαροκινόςντροπιάζομαιτελάρο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit