Новогреческий словарь
ανυδριά
ανυδριά
η
безводье; засуха
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
безводье
? —
ανυδριά
как на
(ново)греческом
будет слово
засуха
? —
ανυδριά
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανυδριά
? — безводье, засуха
#
(ново)греческий словарь
—
παρένθεση
—
κρημνώδης
—
πλειοψηφικός
—
εμώ
—
παλινωδώ
—
ορυκτό
—
μόσε!
—
κουτσοπίνω
—
χρυσόβουλλο
—
καπιταλίστας
—
πλάγιασμα
—
πνευμονογραφικός
—
κολοκοτρωνέϊκος
—
επαρκώ
—
βώτριδα
—
μεσομακροπρόθεσμος
—
αριθμητής
—
αυτοδίδακτος
—
κομμωτήριο
—
απαίνευτος
—
επιδημιολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,