παλτό

формы словаβ
παλτό
το пальто;
          βάζω (или φορώ) τό ~ — надевать пальто;
          φορώ ~ — носить пальто;
          ανοιξιάτικο (χειμωνιάτικο) ~ — весеннее, демисезонное (зимнее) пальто



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пальто? — παλτό
как с (ново)греческого переводится слово παλτό? — пальто


ηγετικόςψυχαναλυτικόςμεσόπλευροςτεσσαράκοντααστραποβολάωπερσιστίτεχνολογίαυποδιαίρεσηπροσκεφαλάδαιάσμηισοτοπίαανεγγύητοςζηλοτυπώχαμοκουκκιάάθλημακαμηλόσουπαμονομερίςενοίκησηδιαδραστικότηταλαιμοδέτηςζωγραφιστά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit