ερωτιάρικ|ος

формы словаβ
ερωτιάρικ|ος
влюбчивый



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово влюбчивый? — ερωτιάρικος
как с (ново)греческого переводится слово ερωτιάρικος? — влюбчивый


βρογχοσκόπιονπαστόοβελιαίοςμετζήτιμαυρομάτικοαντιασθματικόςάσημοςκακοπορεομαιεγγυητικόΜανουσάκηςαντιδυναστικόςστέρφοςκεφαλοπονώουτοπικάπολυχρονισμόςανεπαίσχυντοςακριβοτάιστοςβαθρακολαίμηςπαρονομάζωχλεμπόναπριονοταινία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit