Новогреческий словарь
διάλαμψη
διάλαμψη
(-εως) η
сверкание, сияние
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сверкание
? —
διάλαμψη
как на
(ново)греческом
будет слово
сияние
? —
διάλαμψη
как с
(ново)греческого
переводится слово
διάλαμψη
? — сверкание, сияние
#
(ново)греческий словарь
—
πολύτεκνος
—
σταλικοποδιάζω
—
βυζάρα
—
αντιζυγισμένος
—
αποσπασματάρχης
—
οδοντικός
—
πηγαδομούνα
—
γεροντολογία
—
μολόχη
—
δεκατριετία
—
φυματίνη
—
αλευρωμένος
—
ανήσκιωτος
—
Τηλέμαχος
—
χρονομέτρημα
—
αξιοποιώ
—
ανασυντεταγμένος
—
λυκοπάνθηρος
—
φοιτητής
—
πλειστηριάζω
—
οξύληκτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,