Новогреческий словарь
ηγμένος
ηγμέν|ος
:
εύ ~ — хорошо воспитанный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ηγμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δακρύβρεκτος
—
φήμη
—
εφετινός
—
φροντίδα
—
συναριθμώ
—
ηγουμένη
—
σάμβυξ
—
παθητικά
—
ερυθροπρόσωπος
—
ηγγυημένος
—
παντοκράτορας
—
διευθετώ
—
διερευνητής
—
αντιπειθαρχικός
—
ανώνυμος
—
νομοδιδάσκαλος
—
αγγλική
—
ξετρύπωμα
—
βουλωτής
—
γροτέσκο
—
υμνωδώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,