καημενούλης

формы словаβ
καημενούλης
α, ικο уменьш. от καημένος ??? (бедный, несчастный, злополучный )



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καημενούλης? —


ισότροποςσκληροκαρδοςαλουπότρυπαξερράβωξέπλεγοςαγεληδόναεραιμίαανκοράσύνθλιψημπολσεβίκικοςδελφίνκαραϊβικόςφαλτσέταήσκιωμαρόδισμασκοταδερόςαξιοστιγμάτιστοςσυγκερνάωσυμποσιαστήςβρετκάλιπαντέλαιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit