μεταπείθω

формы словаβ
μεταπείθω
(αόρ. μετέπεισα) переубеждать;
          προσπαθώ νά τόν ~σω — [phrase]я стараюсь его переубедить[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово переубеждать? — μεταπείθω
как с (ново)греческого переводится слово μεταπείθω? — переубеждать


καταχειροκροτώΦράγκισσαυαλωτόςκεφαλόσκαλοφυσεκλίκιτετράπλευροιλλυρικόςαλεύκαστοςγρατσούνισμαμεγαλοστομίαπίκκολοσανιδωτόςαργυρολάτρηςκασκέττοασπρομουριάδέεξαμματίζωυδροφορίαγλυκαπαντώδακτυλολογίαπετεινοκαύκαλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit