τηλεμέτρηση

формы словаβ
τηλεμέτρηση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τηλεμέτρηση? —


αβάσιστοςαποκτείνωπονηρεύωπιωμένοςαλλαντοποιείοφωτογραφικόςκαλοκαμωμένοςνομοτελεστικόνκαλαμοκάναστρίγγλικοςξεδοντιάζομαιγεωμέτριςεγχείρημααποσυνθετικόςδίεδροςεπίκρισησαγήνημπλαβίζωδιακατοχήμαλάκωδιαρρύθμιση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit