έμαθα

формы словаβ
έμαθα
αόρ. от μαθαίνω, μανθάνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έμαθα? —


καπναγωγόςαπόγραφοχάραξηκρυφομιλώανάποδαβοσκαριάκαλοθελήτραεικοσαριάανυπαρξίαλουλουδάωβαρεμάραμεσόζευγμακόφαραστώνηαρχαιολογίαεπιβήτωραςυστερόπονοιδαφνώναςκλειδωτόςεκτατόνυδροθώραξ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit