Новогреческий словарь
ξεκουραστικός
ξεκουραστικός
способствующий отдыху
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
способствующий отдыху
? —
ξεκουραστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεκουραστικός
? — способствующий отдыху
#
(ново)греческий словарь
—
χιλιετία
—
πίπτω
—
συμφιλιώνω
—
νενέ
—
κατάπλασμα
—
κατάβρεξη
—
αρματολικός
—
γερώ
—
έναιμος
—
μαγιό
—
ιεράρχης
—
αθεΐστρια
—
αρβαλίζω
—
κοσμοσώτειρα
—
εθνόσημο
—
αναθαρρύνω
—
φρεατοτύμπανον
—
δακτυλιδένιος
—
περισποόδαστος
—
ηδονιστής
—
αυλάκιον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,