αδαμιαί|ος

формы словаβ
αδαμιαί|ος
уст. адамов;
          εν ~αία περιβολή — в костюме Адама



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово адамов? — αδαμιαίος
как с (ново)греческого переводится слово αδαμιαίος? — адамов


εντροπίασυμφυήςξαρμυρίζωτριγλωσσίαστραβολέκακατολισθαίνωσταυροφόροςαδικοκρένωκομίστριαεπιστολήφερωνυμίακατσικοπόδαπλύσηΒρεττανόςθεογονίαακρέμαστοςματζάναευγνώριστοςξεκόπτωστιβάνιμουτρωμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit