αριθμητικό

формы словаβ
αριθμητικό
το грам. числительное;
          ~ απόλυτο (τακτικό) — числительное количественное (порядковое)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово числительное? — αριθμητικό
как с (ново)греческого переводится слово αριθμητικό? — числительное


χέλιαποτυπώνομαιφταίωσθεναρώςνυκτοφύλακαςοικολόγοιχαζοβιόληςβυρσοδεψίαΓιουγκοσλάβοςγυρμένοςχουνίκόζιξόανοοκτάστιχοπροικιάτικοςκαμιναέριονπλατόνιδισκοφορίαφορέωσημειωτόνκεκηρυγμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit