Новогреческий словарь
εισέφρησα
εισέφρησα
(αόρ. от неупотр. εισφρέω)
проник, прокрался
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
проник
? —
εισέφρησα
как на
(ново)греческом
будет слово
прокрался
? —
εισέφρησα
как с
(ново)греческого
переводится слово
εισέφρησα
? — проник, прокрался
#
(ново)греческий словарь
—
ζυμώνω
—
καρυδέλαιο
—
επείγω
—
θηριωδία
—
βαμβακώνας
—
ψυχοπατέρας
—
συνδέτης
—
αττικός
—
μακελάρης
—
εγκρύπτω
—
επιγενής
—
γνωστικισμός
—
αδικος
—
υποδηματεργάτης
—
βιομηχανοποίηση
—
αβράβευτος
—
απογειώνω
—
νύν
—
αμερικανισμός
—
βουρτσίζω
—
μεταξοβάμβακος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,