επιστεφ|ής

формы словаβ
επιστεφ|ής
прям., перен. увенчанный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово увенчанный? — επιστεφής
как с (ново)греческого переводится слово επιστεφής? — увенчанный


μπερλίναδολοφονικόςσυνεδρίασηυδρογόνοσκιερότηταπυρέσσωινδιάνοςσουτζουκάκιμουστακάκιεκχείλισηστοχοποιούμαιηρωίδαγηροκομίαεξαφανισθέντεςλουμινάληνερόλακκοςαναχαράζωασυμβούλευτοςαρατίζομαιπαλαιογενήςλατινικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit