πολυτεχνικός

формы словаβ
πολυτεχνικός
политехнический;
          ανώτατη ~ή σχολή — политехнический институт



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово политехнический? — πολυτεχνικός
как с (ново)греческого переводится слово πολυτεχνικός? — политехнический


ακροσυνάπτωηλεκτροκαλλιέργειαέγγαμοςταμπουρώνομαιτζάνεροσοδομιτήςδιπόντεςπεριήλιοτεσσαρακονθήμεροαγγελόκομμαλίσγοςανθοκομώυπόρρινοςπαγοκρύσταλλοςεπεχόμενοναπευθυσμένοροΐευνομόςλίγκαπορδήπροσοχή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit