Новогреческий словарь
ποντικός
ποντικός
ο 1)
мышь
;
2)
крыса
;
3)
мышца
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мышь
? —
ποντικός
как на
(ново)греческом
будет слово
крыса
? —
ποντικός
как на
(ново)греческом
будет слово
мышца
? —
ποντικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ποντικός
? — мышь, крыса, мышца
#
(ново)греческий словарь
—
απογυρίζω
—
στρογγυλότητα
—
συναναστροφή
—
θαλασσόχρους
—
ανταποδίνω
—
ζαβομάρα
—
σκίζω
—
οστρακισμός
—
οριεντάλ
—
καταρράκτης
—
μεσάρι
—
αντιμεταρρυθμιστής
—
υπερπίεση
—
δίθυρος
—
στρωτήρας
—
δακρύβρεκτος
—
σκυλίσιος
—
πορδοκλάνω
—
ξεκαπιστρώνω
—
τάχος
—
άισμπεργκ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,