Новогреческий словарь
στιχουργικός
στιχουργικός
стихотворный
;
2)
стихотворческий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стихотворный
? —
στιχουργικός
как на
(ново)греческом
будет слово
стихотворческий
? —
στιχουργικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
στιχουργικός
? — стихотворный, стихотворческий
#
(ново)греческий словарь
—
απέλαση
—
ακρεβάτωτος
—
ρεζές
—
αλληλοσυλλυπούμαι
—
μεταλαμπάδευση
—
αμύνομαι
—
αγαλούχητος
—
σιροπιάζω
—
ατύχημα
—
εναυσματικός
—
χαλάρωση
—
κριθαρένιος
—
κρεατοπουλειό
—
λεξικολογικά
—
χριστουγεννιάτικα
—
αναγνωρίζω
—
πολυχρονάω
—
ισόποσο
—
επιστήμων
—
ύπερθεν
—
αγκαθένιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,