Новогреческий словарь
εισδοχή
εισδοχή
η
приём
(куда-л.);
допуск, впуск
;
βαλβίδα ~ής — тех. впускной клапан
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приём
? —
εισδοχή
как на
(ново)греческом
будет слово
допуск
? —
εισδοχή
как на
(ново)греческом
будет слово
впуск
? —
εισδοχή
как с
(ново)греческого
переводится слово
εισδοχή
? — приём, допуск, впуск
#
(ново)греческий словарь
—
αλφαδογωνιά
—
τριακόσιοι
—
ρούσος
—
κεδρόξυλο
—
λαχταρίζω
—
ξεψειρίζω
—
αποστραβώνω
—
μετατοπίζω
—
ζούρλια
—
εξαφάνιση
—
φέρελπις
—
φαινομενικά
—
αυλόθυρα
—
ξεστήρας
—
ετερόφυλος
—
ακίνδυνο
—
υδροπρίων
—
παγοθήκη
—
ευκολόπιαστος
—
προστάτισσα
—
διαδηλώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,