Новогреческий словарь
πεδικλώνομαι
πεδικλώνομαι
спотыкаться; запутываться ногами
(в чём-л.);
πεδικλώθηκε κι' έπεσε — запутался ногами и упал
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спотыкаться
? —
πεδικλώνομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
запутываться ногами
? —
πεδικλώνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
πεδικλώνομαι
? — спотыкаться, запутываться ногами
#
(ново)греческий словарь
—
ξεχορτόριασμα
—
ατλαντικός
—
παλιννόστηση
—
αμούδιαστος
—
γκιοτεύω
—
ηβιφρενία
—
ανεμώδης
—
λούτσος
—
τυπικότητα
—
πειθαρχώ
—
ξαναρρωστώ
—
κορυφάς
—
αναζυμούμαι
—
κυάνωση
—
μετονομασία
—
καταπόδι
—
οινοπνευματοπώλης
—
αρχειοθετώ
—
φυγόμαχος
—
φελλιζολ
—
αλογόμυγα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,