Новогреческий словарь
κούρσον
κούρσον
το 1)
пиратский набег
;
2)
добыча
(грабителей)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пиратский набег
? —
κούρσον
как на
(ново)греческом
будет слово
добыча
? —
κούρσον
как с
(ново)греческого
переводится слово
κούρσον
? — пиратский набег, добыча
#
(ново)греческий словарь
—
μετακινούμαι
—
τιθασσευστής
—
υγρογράφος
—
λεοκοκυττάρωσις
—
φασιανός
—
χρεωλυτικώς
—
πικρομύγδαλο
—
κατιτί
—
ευρωτίαση
—
αλλοτριολογία
—
αντικείμενο
—
κοροϊδεύομαι
—
χιλιετής
—
γλωσσαρού
—
αχνένιος
—
κουκκουβάγια
—
περιστόμιο
—
ίνα
—
ανιχνευτήρας
—
καχεξία
—
στενότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,