Новогреческий словарь
ανεκδοτολόγος
ανεκδοτολόγ|ος
ο, η
рассказчик, рассказчица анекдотов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рассказчик
? —
ανεκδοτολόγος
как на
(ново)греческом
будет слово
рассказчица анекдотов
? —
ανεκδοτολόγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανεκδοτολόγος
? — рассказчик, рассказчица анекдотов
#
(ново)греческий словарь
—
αλλοτριώνω
—
μπαμπακιάζω
—
διαχειριστικά
—
απέριττος
—
εποίκιση
—
ανθρωπίλα
—
αντιμαρτυρία
—
ευμετακόμιστος
—
διεγείρω
—
λιθογλυπτική
—
ηλεκτραρνητικότητα
—
πυελίς
—
ακερος
—
βρακοπόδι
—
λωποδυσία
—
δενδροκομία
—
ός
—
λιγδής
—
θεματολόγιο
—
ανεκδοτολογία
—
αυλακώτρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,