πετρέλαιο

формы словаβ
πετρέλαιο
το нефть;
          φωτιστικό ~ — керосин;
          ακάθαρτο ~ — мазут;
          τά ~αια или κοιτάσματα ~αίου — нефть, залежи нефти, нефтяные залежи;
          υποπροϊόντα ~αίου — нефтепродукты;
          αγωγός ~αίου — нефтепровод;
          διυλιστήριο ~αίου — нефтеперегонный завод;
          η βιομηχανία εξόρυξης ~αίου — нефтедобывающая промышленность;
          ο εργάτης βιομηχανίας ~αίου — нефтяник



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово нефть? — πετρέλαιο
как с (ново)греческого переводится слово πετρέλαιο? — нефть


βολιδοσκόπησηεφίππιονξάντηςμουστερήςχρυσοποιίαοικοκύρηςμειοβένθοςμενεξέςκουφότηςενδεκαετήςβουρδουλίζωμπερδεψοδούληςπενταόροφοςτροχιοδεικτικόςκατεξουσιάζωβάσταξοξόνηπεριφερειάρχηςανάρχιστοςμοσχόμαγκαςπανηγυριστής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit