Новогреческий словарь
έκκεντρος
έκκεντρ|ος
1) мат.
эксцентрический
;
2) тех.
эксцентриковый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эксцентрический
? —
έκκεντρος
как на
(ново)греческом
будет слово
эксцентриковый
? —
έκκεντρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
έκκεντρος
? — эксцентрический, эксцентриковый
#
(ново)греческий словарь
—
δεματιάρης
—
αθρακιά
—
σάλπιγξ
—
πρηνής
—
συγκεκινημένος
—
δακτυλιωτός
—
παλληκαριά
—
νεανίσκος
—
πεισματάρικος
—
ανεξίθρησκος
—
υποξείδιο
—
αταβισμός
—
εξευγενισμός
—
αγαθοσύνη
—
εξατάξιος
—
εξομολογητής
—
ζαρομάτης
—
διοικητικός
—
παραιτούμαι
—
χαλκευτήριον
—
λικβινταριστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,