Новогреческий словарь
πάρεση
πάρεση
η 1)
расслабление
;
2) мед.
парез
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расслабление
? —
πάρεση
как на
(ново)греческом
будет слово
парез
? —
πάρεση
как с
(ново)греческого
переводится слово
πάρεση
? — расслабление, парез
#
(ново)греческий словарь
—
αρτεύω
—
παραγερνώ
—
μαρμαρόστρωτος
—
προσέτι
—
πραγματικός
—
ανάδεμα
—
εμβαπτίζω
—
σφετερίζομαι
—
πάντως
—
υπόπρυμνος
—
αγγειολογικός
—
αυτοκράτειρα
—
επιτρέχω
—
γλαφυρότητα
—
δικάζω
—
ψυχανεμίζομαι
—
μισοπλαγιάζω
—
καλοαρέσω
—
αγελαδάρης
—
τηλεγραφία
—
μηδενίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,