Новогреческий словарь
ενδρομίς
ενδρομίς
(-ίδος) η воен.
сапог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сапог
? —
ενδρομίς
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενδρομίς
? — сапог
#
(ново)греческий словарь
—
εκγερμανισμός
—
ισχυόμετρο
—
αδένια
—
ξενοίκιαστος
—
ανάπλεκος
—
παραλλάσσω
—
λυριάζω
—
συλλογισμός
—
κιβωτιάκι
—
ανεκτύπωτος
—
κυβερνητική
—
κολοιός
—
πρινάρι
—
εξυπνώ
—
αεροπορία
—
ξεποδαριάζω
—
δίξιφος
—
εισπηδώ
—
ξανανεώνω
—
μουντζουρωμένος
—
εργοστασιάρχης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,