Новогреческий словарь
ζαγγανιάρης
ζαγγανιάρης
болезненный, чахлый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
болезненный
? —
ζαγγανιάρης
как на
(ново)греческом
будет слово
чахлый
? —
ζαγγανιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζαγγανιάρης
? — болезненный, чахлый
#
(ново)греческий словарь
—
χρηματοδοτικός
—
αισχρός
—
αρουραίος
—
απτός
—
αιμοσκοπικός
—
επαναταξινόμηση
—
προσφυγιά
—
οπλαποθήκη
—
νυκτοβάτις
—
μονομαχία
—
ορχηστρούλα
—
επιδιόρθωμα
—
επουσιώδης
—
κέρασμα
—
μεταμορφωμένος
—
πασσαλίσκος
—
επιβίωση
—
αιματομετρία
—
ναύλωση
—
μαγμόσφαιρα
—
τρελόχαρτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,