Новогреческий словарь
ζάρκος
ζάρκ|ος
голый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
голый
? —
ζάρκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζάρκος
? — голый
#
(ново)греческий словарь
—
αταρίχευτος
—
μυρρέλαιο
—
κυτταρολογικός
—
συχώρεση
—
λησμονητής
—
δεντροφυτεία
—
αναμιμνήσκομαι
—
κεραυνοβόλία
—
διαθλαστός
—
θεσμικός
—
ικρίωμα
—
είθε
—
κοσπεντάρικο
—
πλεξίδα
—
υπόδρα
—
αλαζονικότητα
—
αξιωσύνη
—
απροσπέλαστος
—
θριαμβευτής
—
λιγοστός
—
πολυνίκης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,