Новогреческий словарь
αγαποβότανο
αγαποβότανο
το фольк.
приворотная трава
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приворотная трава
? —
αγαποβότανο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγαποβότανο
? — приворотная трава
#
(ново)греческий словарь
—
αφυλαξία
—
εκμηχάνιση
—
παραλογιστικός
—
εγγονός
—
πρεσβεία
—
ανάσυρμα
—
μουφλουζιά
—
απόσμηξη
—
πειστήριο
—
υγιεινώς
—
ξεπατώνω
—
άκοσμος
—
κριγμός
—
φωτοαναγνώριση
—
άφορος
—
κοσμοχάλαση
—
αραδίζομαι
—
τριακονταπλάσιος
—
ευφωνικός
—
κολυμβητήριο
—
έξωρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,