Новогреческий словарь
καταφέρω
καταφέρω
Добивается успеха
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταφέρω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
οικοκυρεύω
—
αιματοστάτης
—
βιοδιασπώμενος
—
μελοδραματοποιώ
—
γκούσα
—
σακάς
—
νεροκάρδαμο
—
βιολιτζής
—
εμπυρευματοθήκη
—
προηγούμαι
—
κατακεραυνώνω
—
παλαιστική
—
μαδάρα
—
ελαττωματικότητα
—
τοιχοκόλληση
—
μαυρίδι
—
βασίλεμα
—
εβραϊστί
—
διαφορικό
—
αδιπλάρωτος
—
τσεύδισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,