δέστρο

формы словаβ
δέστρο
το втулка (колеса)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово втулка? — δέστρο
как с (ново)греческого переводится слово δέστρο? — втулка


ρεβεράντζαγηρασμόςανεξάλειφτοςιχθυολαχανοπώληςραχιτισμόςαραποβλογιάνευροπληξίαδεκαοχτάχρονοςαποκλείωσχισμήπεριποιητικόςεμμετρωπίαπαπιόνεγείρομαιδιαβολέτοεπιμελήτριαεπίτονοςαστροπλάνοσαλιάρηςξανοιχτόςασυμπάθιστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit