καταβάλλομαι

формы словаβ
καταβάλλομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καταβάλλομαι? —


δεκατείαμεροδουλευτήςσωστόςπροσλαλιάιππικόςλιποκιβώτιονονειδιστικόςκορώνωγοργότηςστρατολογώφλοιακόςγαλακτοθεραπείαξεσυνέρισμααλύγιστοςπυρσεύωλειτουργόςνεκροκεφαλήαπόλαυσηημεραίοςρετσινιάφυντανάκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit