Новогреческий словарь
ψεκαστικός
ψεκαστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψεκαστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
οικοσκευή
—
υπόστυφος
—
λογούδικο
—
κιτροπαραγωγός
—
άναμμα
—
Λ
—
τανάλια
—
αναπλάσσω
—
λατομική
—
γούρα
—
βελέντζικό
—
δικαιοφανής
—
δεκαμερία
—
αριθμητικώς
—
ερετική
—
υπενοικίαση
—
σχολαστικισμός
—
λύτρια
—
δυσαρίθμητος
—
τσιγκλάω
—
πιλοποιός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,