μονώροφ|ος

формы словаβ
μονώροφ|ος
одноэтажный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово одноэтажный? — μονώροφος
как с (ново)греческого переводится слово μονώροφος? — одноэтажный


μουνόπανοσυμπολεμιστήςκυτταρογένεσηφιλοκίνδυνοςαναντιστοιχίαμητρυιόςγνωμιάρηςτρώωσφικτόςχαρουπόψωμοσάζιστραβομούτσουνοςαντίστοιχααποκούμπιλιανοπουλητήςξαναμορφώνωπάρλανήπιομεσσηνέζαμεζεκλούβαμβακοφυτεία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit