αειφόρος

формы словаβ
αειφόρος
устойчивый


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αειφόρος? —


ανελευθέρωτοςπρωτομαγιάτικαμονημεριάτικοςύδωρμήτεώσπουμεγαλόψυχοςαναισθησιολόγοςγλυκόθωροςεπιχώριοςοξυγώνιοςσπλάχνοχουζούριδεκαμερίατυραννίαγκρεμοτσακισμένοςπιστευτόςεπαναπλέωευμέλειαγλυκομεσήμεροκυματοβολή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit