φθάνω

формы словаβ
φθάνω
(αόρ. έφθασα, μετχ. πρκ. φθασμένος) см. φτάνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φθάνω? —


δισεκατομμυριούχοςσωματειακόςαγαπάωξεκουμπίδια!επικυριαρχικόςξεμυαλιστήςδεκάζωσκοταδίστριαΩκεανίδεςσόδειασμαπολφόςσυλλογικόςκλώσιμοπολυκουρδίζωζωηρεύωτσαπούαχρέωτοςφατριαστικόςπενταφωνίαμοχαιροπήρουνοεγρετίδικος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit