Новогреческий словарь
ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτ|ος
пострадавший от солнечного удара
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пострадавший от солнечного удара
? —
ηλιόπληκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ηλιόπληκτος
? — пострадавший от солнечного удара
#
(ново)греческий словарь
—
αυθεντεύω
—
δήμευση
—
φυλακείον
—
ακριβοξετάζω
—
συμμετρία
—
μισθολόγιο
—
φωτοταχύμετρο
—
προσαμμώνω
—
λασπονέρι
—
δραστικός
—
γεροβολιά
—
κακοκοιτάζω
—
ολόγλυφος
—
αναίμαχτος
—
κόμμι
—
πραξικοπηματίας
—
κτίστης
—
προαποβιώ
—
έκρους
—
αγοραφοβικός
—
ωοθηκεκτομία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,