Новогреческий словарь
ώ
ώ
о!
(употр. в обращении, часто не переводится);
ώ φίλε! — [phrase]друг![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
о!
? —
ώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ώ
? — о!
#
(ново)греческий словарь
—
καζανόκαρφο
—
επιβεβαιώνω
—
μαθητεύω
—
ματεριαλίστρια
—
αμβλυγώνιος
—
αναθηματικός
—
πατροκτόνος
—
χάρμα
—
ξαστοχαίνω
—
αλλοιοφανής
—
απόζεμα
—
γανίλα
—
χυτάσφαλτος
—
ωκεάνειος
—
στουπέτσι
—
ανθυποβάλλω
—
έγγραφο
—
μπεκατσίνι
—
υαλοτεχνικός
—
παντογνώστης
—
κιγκαλερία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,